Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Τι είναι αυτό; Είναι ένας πίνακας ζωγραφικής που τον λένε «ζωή»

Μια ζωγραφιά είναι η ζωή μας.
Ένας πίνακας ζωγραφικής, με πινελιές και χρώματα από όταν γεννηθούμε μέχρι και να πεθάνουμε. Το πιο μεγάλο μέρος του πίνακα, φιλοτεχνείται στα πρώτα μας χρόνια. Είναι η βάση, το background, πάνω στο οποίο θα προστεθούν σιγά-σιγά οι λεπτομέρειες. Όσο πιο ζωντανές, με χρώμα, με άρωμα και συναίσθημα πινελιές βάλουμε στην αρχή, τόσο πιο φωτεινό πίνακα θα επενδύσουμε για ζωή στα παιδιά μας. Όχι πως δεν χρειάζεται και το σκούρο χρώμα. Δεν μπορεί να ξεχωρίσεις το φως αν δεν έχεις το μαύρο της σκιάς. Μόνο να φροντίσουμε να μην μαυρίσει πολύ ο πίνακας. Μου αρέσει να λέω στους γονείς «ποτέ μην αφήνετε ένα «μη» χωρίς ένα μπράβο», και το εφαρμόζω και στα παιδιά μου. Όσο τρυφερός είμαι, άλλο τόσο αυστηρός γίνομαι. Από όταν ήταν μωρά θυμάμαι, πάντοτε πάντρευα το «μη» με το «μπράβο». Φώναζα στον Ερμή «Μη το κινητό του μπαμπά!» και αμέσως τον επιβράβευα «μπράβο αγόρι μου που δεν πειράζεις το κινητό του μπαμπά…».
Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές είμαι, ως συνήθως, στον παιδότοπο, με το «καψώνι» από τα μικρά μου κάθε λίγο να με διακόπτει. Δεν πρόλαβα να κάτσω και να ανοίξω το laptop να σου η Χαρά «τσίσα μπαμπά…».
Μόλις γυρίζω με την Χαρούλα παίρνει την σκυτάλη ο Ερμής. Και σε αυτή την περίπτωση «τσίσα μπαμπά». Γυρίζω και προτού καλά-καλά η πρώτη γουλιά του πρωινού καφέ καταλήξει στο στομάχι μου, ακούω τον Ερμή να λέει «κακά μπαμπά!»
«Πλάκα με κάνεις!» απαντώ αυθόρμητα, θυμούμενος τις μακεδονικές μου ρίζες.
«Δεν θου κάνω πλάκα…» απαντά σχεδόν με παράπονο.
Να ‘μαστε λοιπόν και πάλι στις λιλιπούτειες τουαλέτες να του κρατώ τα χεράκια και να τον θαυμάζω. Τρελαίνομαι να βλέπω τα πιτσιρίκια μου σε «μεγαλίστικες» φάσεις, ακόμα και όταν πρόκειται για την φάση της …αφόδευσης.
Πόσο όμορφος είναι! Αυτά τα μεγάλα μάτια όλο σπιρτάδα και ανησυχία. Μέχρι και η μικρή ελίτσα κάτω από το αριστερό του ρουθούνι μου φαίνεται ότι δένει τόσο τέλεια με την γοητεία του προσώπου του. Δεν μπορώ να πιστέψω την τύχη μου και δίνω επιτόπου για πολλοστή φορά όρκο να προσπαθήσω να προσθέσω όσο πιο ζωντανά χρώματα μπορώ στον πίνακά του.
Γυρίζοντας, σειρά για το καψώνι μου, είχε πάρει η Χαρούλα… «κακά μπαμπά!», ενώ ταυτόχρονα σχεδόν ο Ερμής ζητούσε χυμό. Έβαλα το καλαμάκι στο χυμό του Ερμή και επισκέφτηκα για 4η φορά σε λιγότερο από 5λεπτά τις παιδικές τουαλέτες. Τουλάχιστον δεν πάει χαμένος ο ενδελεχής καθαρισμός που έκανα στο κάθισμα στην αρχή…
Να ‘μαι λοιπόν πάλι, να χαζεύω αυτή την φορά τον δεύτερο ζωγραφικό πίνακα της μικρής συλλογής μου. Να κοιτώ αυτό το χαμόγελο που κυριολεκτικά μπορεί να καλύψει σχεδόν όλο το πρόσωπο της μικρής μου. Για μια στιγμή μου φάνηκε ότι είδα την ευτυχία να αστράφτει στο μουτράκι της, για να συνειδητοποιήσω ότι αντίκριζα, με ένα σχεδόν χαζό χαμόγελο, το είδωλό μου να καθρεφτίζεται στα ματάκια της. Νιώθω μεθυσμένος από αγάπη και επαναλαμβάνω τους όρκους αφοσίωσης στην ευτυχία της.
Τα ακούω τώρα που σας γράφω, να ξεκαρδίζονται ενώ παίζουν στο φουσκωτό πύργο και σχεδόν με πιάνει δύσπνοια από την χαρά…
Μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια της χρυσής μας Κας Γεωργίας που μας προσέχει τα απογεύματα και είναι η νέα γιαγιά που έχουμε αποκτήσει εδώ στην Κρήτη.
«Αχ! Κύριε Νίκο σας χαίρομαι που παίζετε με τα παιδιά σας. Να ξέρετε, ό,τι τους χαρίζετε τώρα θα σας επιστραφεί πολλαπλό όταν μεγαλώσουν. Είναι καλά παιδιά και θα γίνουν ακόμα καλύτεροι ενήλικες!»
Αναστενάζω ευχόμενος να βγει αληθινή.
Σχεδόν βουρκώνω καθώς θυμάμαι το βιντεάκι που μου έστειλε μια φίλη. Το βιντεάκι που μας θυμίζει ότι και εμείς είμαστε τα παιδιά κάποιων. Κάποιων που όταν ήμασταν μικροί αγωνιούσαν, πάλευαν, δίνανε όρκους να μας μεγαλώσουν και να εξασφαλίσουν την ευτυχία μας. Αυτό τουλάχιστον ευχόντουσαν όταν έβαζαν τις πρώτες πινελιές στον δικό μας πίνακα.


Στην δική μας ζωή!
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα.

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

Καλοκαιρινές ιστορίες με άρωμα πανδημίας και μια δόση εμβολίου, σε φόντο κλειστών σχολείων!

Μένοντας πιστός στις προεκλογικές μου δεσμεύσεις, σας αφιερώνω την ανάρτηση που σας υποσχέθηκα. Μακάρι να το ακούγαμε και από τους εκλεγμένους πολιτικούς μας πού και πού αυτό.
Λίγο από καλοκαιρινές ιστορίες, λίγο από πανδημία, λίγο από τι παιχνίδια παίζονται σχετικά με το εμβόλιο και λίγο από κλείσιμο των σχολείων.
Πέρασε το καλοκαίρι και καλά καλά δεν το πήρα χαμπάρι.
Μια βδομάδα διακοπές μόνο! Άντε και δυο τρία ξεχειλωμένα Σαββατοκύριακα στα νότια του Ρεθύμνου. Πού τα παλιά καλά χρόνια με τα ταξίδια και τις εκδρομές…
Τουλάχιστον η μία εβδομάδα στη Χαλκιδική με τα αδέρφια μας και τα ξαδερφάκια (οχτώ ενήλικες με οχτώ πιτσιρίκια) ήταν γεμάτη ευχάριστες εμπειρίες…
Με αυτές είχα αποφασίσει να σας βομβαρδίσω σήμερα. Να αφήσω έναν ευχάριστο απόηχο του καλοκαιριού πριν τα φθινοπωρινά πρωτοβρόχια εγκατασταθούν για τα καλά.
Και η πανδημία της νέας γρίπης, θα μου πείτε; Σωστά! Μην ξεχνιόμαστε! Άλλωστε είναι η βασική αιτία παραμονής της προηγούμενης ανάρτησης για τόσον καιρό.
Αυτά πάντως που έγραφα ισχύουν, και όποιος δεν πρόλαβε καλό είναι να τους ρίξει μια ματιά. Σήμερα, ανάμεσα στις ιστορίες, θα χωρέσω και νέες πληροφορίες σχετικά με το εμβόλιο.
Στη Χαλκιδική βρεθήκαμε με τις οικογένειες της κουνιάδας και του κουνιάδου μου, καθώς και του δικού μου αδερφού. Ένα «πείραμα» αδερφιών και ξαδερφιών που δούλεψε ανέλπιστα καλά. Τα ξαδερφάκια, όλα κοντινής ηλικίας, βρέθηκαν να παίζουν μαζί, και τα αδέρφια, δηλαδή εμείς οι ενήλικες γονείς τους, να καθόμαστε και να τα χαζεύουμε χαμογελώντας με ικανοποίηση.
Πώς περνά ο καιρός… Σαν χθες μου φαίνεται που μαζευόμασταν με τον αδερφό μου και τον ξάδερφο Δημήτρη και «βασανίζαμε» την ταλαίπωρη τη θεία Μαρίκα στη Θάσο. Τι άγχος πρέπει να βίωσε αυτή η γυναίκα, έχοντας την ευθύνη της φιλοξενίας των παιδιών του αδερφού και της αδερφής της! Θυμάμαι ότι μέρος της απόλαυσης της θάλασσας ήταν και ο τρόμος στη φωνή της γλυκιάς μας θείας. Ήταν η καλύτερή μου όταν κατάφερνα το μακροβούτι μου να κρατήσει τόσο, ώστε από τη στεριά να σκέφτονται ήδη σενάρια διάσωσης. Το έχω πει και δε θα βαρεθώ να το λέω, το ένα δέκατο να μου αξιώσουν τα παιδιά μου από όσα έκανα εγώ στους δικούς μου, την έχω βάψει!
Όμως τι μακροβούτι και μπαρμπούτσαλα; τα δικά μου με το ζόρι καταφέρναμε να μπούνε στην θάλασσα. Αυτό στην αρχή του καλοκαιριού, γιατί μετά τις διακοπές μας στη Χαλκιδική απόκτησα δύο δελφινάκια ατρόμητα. Για να μην παρεξηγηθώ, το «με το ζόρι» παραπάνω είναι μόνο σχήμα λόγου, διότι ο καλύτερος τρόπος για να αποτύχεις στην αντιμετώπιση μιας φοβίας στο παιδί είναι το να το πιέσεις, κάνοντάς το να αντιδρά και να πανικοβάλλεται, επιβεβαιώνοντας τη φοβία του. Τι εννοώ;
Πέρσι το καλοκαίρι είχαμε πάει για μπάνιο με τα μικρά μου, που τότε ήταν κάτι περισσότερο από δύο χρονών. Η θάλασσα είχε λίγο κύμα, όχι όμως απαγορευτικό για να κάνουμε μπάνιο. Είχαμε τα μικρά με τα σωσίβιά τους, κάτι σαν βαρκούλες που δύσκολα ανατρέπονται, και τις φορούσαν σαν παντελονάκια. Κάποια στιγμή, όπως η κουμπάρα μας πλησίασε την ακροθαλασσιά παίζοντας μαζί με τη Χαρούλα για να τη βγάλει έξω, δε σκέφτηκε ότι πρέπει να τη σηκώσει αγκαλιά, ώστε να προσπεράσουν το σημείο που το κύμα στροβιλίζεται ενώ σκάει στην αμμουδιά. Αποτέλεσμα! η μικρή με το σωσίβιό της ανατράπηκε, χώρισαν οι δρόμοι τους και η Χαρούλα μετά από δευτερόλεπτα εμφανίστηκε στην επιφάνεια βήχοντας νερό πανικόβλητη. Αμέσως την τράβηξε στην αγκαλιά της η κουμπάρα μας. Ο φόβος της μεγάλης ενίσχυσε τον πανικό της μικρής και από τότε η Χαρούλα ούτε που ξαναπλησίασε το νερό. Ειδικά πέρσι, όσες φορές πήγαμε για μπάνιο η Χαρούλα καθόταν και έπαιζε στην άμμο.
Φέτος ο φόβος της περιορίστηκε στο κύμα. Εάν η θάλασσα ήταν «λάδι» ή εάν πηγαίναμε σε καμιά πισίνα, έμπαινε ευχάριστα και κάναμε αμάν να την ξαναβγάλουμε. Τα χειλάκια της γίνονταν μπλε-μοβ και παρ’ όλα αυτά η απάντηση στην ερώτηση «κρυώνεις;» ήταν αρνητική! Όταν όμως η θάλασσα είχε κύμα, ούτε στην άκρη άκρη δεν πλησίαζε.
Δεν την πιέσαμε. Απλώς, όποτε μπορούσαμε, ειδικά τα απογεύματα του Ιουλίου, πηγαίναμε στην πισίνα ενός θείου μας στο Ρέθυμνο. Καλλιεργήσαμε έτσι την αγάπη της για το νερό. Όταν τις Κυριακές πηγαίναμε στην παραλία, προσπαθούσαμε σταδιακά να πλησιάζουμε όλο και περισσότερο εκεί που σκάει το κύμα. Ένα παιχνίδι που βοήθησε ήταν το κυνηγητό με το κύμα. Την κρατούσα από το χέρι και πλησιάζαμε, πλησιάζαμε, πλησιάζαμε τη θάλασσα όταν ο αφρός από το κύμα «τραβιόταν» προς τα μέσα, και τρέχαμε προς την άμμο όταν ερχόταν το νέο κύμα προς τα επάνω μας. Σιγά σιγά με το παιχνίδι ήρθε η εξοικείωση, η τελική όμως θεραπεία ήταν τα ξαδέρφια της. Κυρίως μέσα από το παιχνίδι με τα μεγάλα της ξαδέρφια ήρθε η απομυθοποίηση και τελικά η αγάπη για τη θάλασσα. Όταν είδα τη μικρή μου, υπό τη χαλαρή μου επίβλεψη, να κολυμπά με τα μπρατσάκια της μόνη και αργότερα να παίζει με τα άλλα παιδιά με τα κύματα, δεν πίστευα στα μάτια μου. Πολύ γρήγορα το μόνο που μας απασχολούσε ήταν να αποφύγουμε τις παγίδες με τον κωδικό «αχινός», που ήταν ο μοναδικός κίνδυνος στις πανέμορφες και καθαρές παραλίες της Χαλκιδικής. Να τις αποφύγουμε εμείς δηλαδή, γιατί τα παιδιά δεν πάτωναν για να ανησυχούμε.
Μιλώντας για αχινούς, θυμήθηκα την αγαπημένη μου παρομοίωση όταν στο ιατρείο προσπαθώ να καθησυχάσω τους γονείς σχετικά με τη νέα γρίπη. Η απάντησή μου στην εύλογη απορία «γιατί γίνεται όλη αυτή η φασαρία, αφού ο ιός της νέας γρίπης είναι τόσο ήπιος;» είναι ότι κινδυνεύουμε από τη μεγάλη μεταδοτικότητα και όχι από τη σοβαρότητα της νόσου. Και συνεχίζω ξεδιπλώνοντας το συλλογισμό μου:
Εάν πατήσουμε έναν αχινό, οι περισσότεροι θα πονέσουμε λίγο εκείνη τη στιγμή και τίποτα παραπάνω. Κάποιοι ίσως ψάξουν ανακούφιση σε σπιτικά μαντζούνια όπως λάδι ή ξύδι. Κάποιοι ίσως προσπαθήσουν να βγάλουν μόνοι τους τα αγκάθια με μια καμένη-καυτηριασμένη βελόνα ή να ζητήσουν τη βοήθεια κάποιου χειρουργού. Κάποιοι μπορεί να παρουσιάσουν τοπικά έντονη αντίδραση και να χρειαστεί να βάλουν κάποια κρέμα ή μέχρι και να πάρουν αντιβίωση ή κάποια άλλη αγωγή από το στόμα. Κάποιοι μπορεί να πάθουν μέχρι και οστεομυελίτιδα, και ειδικά εάν έχουν κάποιο χρόνιο πρόβλημα όπως ζαχαρώδη διαβήτη, μπορεί μέχρι και να χάσουν το πόδι τους! Κάποιοι τέλος, πολύ σπάνια, μπορεί μέχρι και να πεθάνουν! Ίσως επειδή υποτίμησαν τη ζημιά που τους έκανε ο αχινός, οπότε η μόλυνση επεκτάθηκε σε μεγάλο βαθμό, ή ίσως επειδή, ακόμα σπανιότερα, παρουσίασαν κάποια έντονη αλλεργική αντίδραση. Για φανταστείτε λοιπόν τι θα γινόταν εάν περισσότεροι από έξι εκατομμύρια Έλληνες πατούσαν έναν αχινό… Σαν να βλέπω τα πρωτοσέλιδα, «Και άλλος ακρωτηριασμός ποδιού σαραντάχρονου μετά από τσίμπημα αχινού!». Ξαφνικά θα αντιμετωπίζουμε τους έρημους τους αχινούς σαν εξωγήινα τέρατα με θανατηφόρες ιδιότητες αντί απλώς να αποφεύγουμε να τους πατάμε.
Κάπως έτσι είναι τα πράγματα και με τη νέα γρίπη. Πρέπει απλώς να προσπαθήσουμε να μην αρρωστήσουμε. Αν τελικά την… «πατήσουμε» και «γριπιαστούμε», να φροντίσουμε τον εαυτό μας και τα παιδιά μας όπως σε κάθε άλλη ίωση. Χρειάζεται ξεκούραση, καλό φαγητό, ανακουφιστική αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και αναζήτηση ιατρικής βοήθειας εάν κάτι αρχίζει να στραβώνει και η εικόνα μας δεν είναι πια αυτή μιας γριπούλας, ώστε να προλάβουμε τις πιθανές επιπλοκές. Ασφαλώς, η καλύτερη θεραπεία είναι η πρόληψη, και όταν εμείς οι παιδίατροι μιλάμε για πρόληψη μιας αρρώστιας, το πρώτο που μας έρχεται στο μυαλό είναι το εμβόλιο. Και ερχόμαστε στη δεύτερη καυτή πατάτα της επικαιρότητας…
Το εμβόλιο της εποχικής γρίπης (όχι της πανδημίας) συνιστούμε κάθε χρόνο να γίνεται στις ευπαθείς ομάδες, δηλαδή σε αυτούς που κινδυνεύουν περισσότερο εάν νοσήσουν από γρίπη. Σε αυτές τις ομάδες συμπεριλαμβάνονται οι έγκυες γυναίκες (κακώς δε γίνεται τόσα χρόνια από τους γυναικολόγους στην Ελλάδα!) και τα παιδιά από 6 μηνών μέχρι 5 χρονών. Είμαι σίγουρος ότι διαβάζω τη σκέψη πολλών από εσάς: «καλά εντάξει! να κάνουμε αυτό της εποχικής γρίπης, όμως το άλλο το καινούργιο της πανδημίας δεν πρόκειται να το κάνω ούτε εγώ και σίγουρα δε θα το κάνω στα παιδιά μου!».
Εδώ θυμάμαι μια άλλη ιστορία, αυτή του Καποδίστρια με τις πατάτες. Περισσότερο από έναν αιώνα πριν, ο έρημος ο Καποδίστριας έφερε από τη λατινική Αμερική ένα πλοίο με πατάτες ώστε να εξασφαλίσει για τους Έλληνες φθηνή και καλής ποιότητας τροφή. Οι συμπατριώτες του όμως σνόμπαραν το «νέο φρούτο» και έτσι το φορτίο κινδύνευε να σαπίσει. Η έμπνευση του έξυπνου πολιτικού ήταν να προσποιηθεί ότι κρύβει τις πατάτες σε μια φρουρούμενη αποθήκη σαν κάτι υπερπολύτιμο. Επίτηδες είχε αφήσει ένα σημείο αφύλαχτο, από όπου οι κουτοπόνηροι Έλληνες φρόντισαν να «εξαφανίσουν» τις πατάτες. Οι σύγχρονοι πολιτικοί έπαιξαν το παιχνίδι της ψυχολογίας του ελληνικού λαού με κάπως αντεστραμμένους όρους και σίγουρα με τελείως διαφορετικές ηθικές προτεραιότητες.
Ο πρωθυπουργός μας ανέξοδα υποσχέθηκε εμβολιασμό με το νέο εμβόλιο κατά της πανδημίας σε ΟΛΟΥΣ τους Έλληνες. Έγινε είδηση παγκοσμίως, γιατί κάποιοι παίρνουν στα σοβαρά αυτά που λένε οι πρωθυπουργοί! Η είδηση βέβαια συμπεριλάμβανε και την απορία «πού θα βρει η Ελλαδίτσα δώδεκα εκατομμύρια δόσεις του εμβολίου ή, ακόμα χειρότερα, τις διπλάσιες, αν χρειαστούν δύο δόσεις για ικανοποιητική ανοσία!». Η απάντηση ήρθε ακόμα μια φορά μέσω ενός κατά τη γνώμη μου ανήθικου παιχνιδιού με την ψυχολογία του Έλληνα. Αρχίζει να εξαπλώνεται η φήμη ότι: «θα χορηγήσουμε δωρεάν το εμβόλιο σε όλους, όμως πρώτα θα πρέπει να υπογράψετε ότι παίρνετε την ευθύνη γιατί το εμβόλιο είναι… καινούργιο!».
Και η πονηριά του Έλληνα αρχίζει τα σενάρια. «Να δεις που θέλουν να το δοκιμάσουν σε εμάς και μετά να το κάνουν και σε άλλους…», «γιατί στα άλλα εμβόλια δε με βάζουν να υπογράψω;».
Σας πληροφορώ ότι οι Αμερικάνοι έχουν παραγγείλει 195 εκατομμύρια δόσεις από το καινούργιο εμβόλιο και, πιστέψτε με, οι πρώτες δόσεις θα πάνε πρώτα σε αυτούς, μια που είναι πολύ καλύτεροι πελάτες των φαρμακοβιομηχανιών. Σε εμάς θα έρθουν αργότερα (ελπίζω όχι πολύ αργότερα) και αμφιβάλλω εάν θα μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε περισσότερα από 2 με 3 εκατομμύρια δόσεις, όσες περίπου δηλαδή και οι δόσεις για το εμβόλιο της εποχικής γρίπης. Τι θα γίνει λοιπόν; Απλώς οι Έλληνες στην πλειοψηφία τους αποφάσισαν ήδη ότι δε θα κάνουν το πανδημικό εμβόλιο. Άρα, ακόμα και αυτές οι πρώτες δόσεις, όπως θα παρουσιαστούν, θα φτάσουν και θα περισσέψουν. Ευτυχώς που ήρθαν οι εκλογές και ίσως οι πολιτικοί αφήσουν την ιατρική στους ιατρούς και όχι στα μπαλκόνια.
Προσωπικά, φέτος θα κάνω για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά το εμβόλιο της εποχικής γρίπης στα παιδιά μου, ενώ στον εαυτό μου το κάνω κάθε χρόνο από όταν κυκλοφόρησε στην Ελλάδα (ανήκω σε ομάδα υψηλού κινδύνου λόγω επαγγέλματος). Οι Αμερικανοί μέχρι πριν 2 χρόνια εμβολίαζαν όλα τα παιδιά τους από 6 μηνών μέχρι 5 χρονών, θεωρώντας τα ομάδα υψηλού κινδύνου. Από πέρσι εμβολιάζουν όλα τα παιδιά και τους εφήβους από 6 μηνών μέχρι και 18 χρονών. Όταν οι Αμερικανοί εμβολιάζουν σε τόσο μεγάλο ηλικιακό φάσμα, σημαίνει ότι εμβολιάζονται εκατομμύρια παιδιά και έφηβοι κάθε χρόνο. Δεν μπορώ λοιπόν να σκεφτώ πιο δοκιμασμένο εμβόλιο.
Α! και να σας πω ένα μυστικό; Η τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε για να κατασκευαστεί το πανδημικό εμβόλιο είναι ίδια με αυτή του εμβολίου της εποχικής γρίπης. Η ασφάλειά του λοιπόν θα είναι αντίστοιχη.
Η ώρα πέρασε! Φοβάμαι μήπως δεν προλάβω να υλοποιήσω την προεκλογική μου υπόσχεση και δεν αναρτήσω έγκαιρα το σημερινό ποστ. Βιάζομαι! Ανοίγω το κομπιούτερ και μπαίνω στο διαδίκτυο. Προσπάθησα να ανεβάσω την ανάρτηση, όμως δεν μπόρεσα να κρατηθώ… έριξα μια ματιά στις άλλες σελίδες Internet που άνοιξαν αυτόματα: «Δύο σχολεία έκλεισαν στα Χανιά λόγω κρουσμάτων της νέας γρίπης, ανεβάζοντας το σύνολο σε όλη την Ελλάδα στα έξι». Δε γίνεται να μην αναφέρω τους συνειρμούς που μου γεννήθηκαν από το μαντάτο…
Τα σχολεία πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά. Πρέπει να προσπαθήσουμε όλοι για αυτό. Εκτός από το ρόλο τους στη διαπαιδαγώγηση και στη μόρφωση των παιδιών, αποτελούν και άρρηκτο κομμάτι της δομής της κοινωνίας μας. Εάν κλείσουν τα σχολεία, τα παιδιά πού θα πάνε; Σε παιδότοπους, σε πάρτι ή σε φροντιστήρια; Τότε γιατί να κλείσουμε εξ αρχής τα σχολεία; Το πρόβλημα είναι ο συγχρωτισμός, όχι το σχολείο ως κτίριο.
Από την άλλη, η πανδημία μπορεί να κρατήσει ένα ή ακόμα και δύο χρόνια. Τι θα κάνουμε με τα παιδιά με κλειστά τα σχολεία; Τι θα γίνει η μόρφωσή τους αλλά και τι θα γίνει και με την επίβλεψή τους; Οι περισσότεροι γονείς δουλεύουν, οπότε ποιος θα προσέχει τα βλαστάρια μας; Πρέπει να προσπαθήσουμε μαζί, οι σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων και οι σύλλογοι δασκάλων ή καθηγητών, ώστε τα σχολεία να παραμείνουν ανοιχτά. Ειδικά τη στιγμή που τα παιδιά στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν κινδυνεύουν, ακόμα και αν την «πατήσουν» και «γριπιαστούν».
Φέτος είναι ευκαιρία να αλλάξουμε νοοτροπία σε κάποια θέματα. Να ρίξουμε λίγο βάρος στη σωστή υγιεινή. Να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας να πλένουν τα χεράκια συχνά, να σκεπάζουν το πρόσωπό τους όταν βήχουν ή φταρνίζονται, να χρησιμοποιούν χαρτομάντιλα και να τα πετάνε στα σκουπίδια μετά. Με τρελαίνει η Χαρούλα όταν με παρατηρεί, αν ξεχνιέμαι και πάω να της δώσω πεταχτό φιλάκι στο στόμα: «Όχι στο στόμα μπαμπά! Μόνο στο μαγουλάκι…». Της το έμαθαν στον παιδικό σταθμό και εγώ, αφού της ζητήσω συγγνώμη και της πω ότι έχει δίκιο, συμβιβάζομαι με μια φιλούμπα στο κούτελο.
Για να επιστρέψω λίγο στο κλείσιμο των σχολίων και των παιδικών σταθμών. Είναι προτιμότερο να κρατάμε τα παιδιά μας λίγο πιο εύκολα στο σπίτι όταν κάνουν πυρετό, ώστε να μειώσουμε την πιθανότητα να διασπείρουμε τη γρίπη. Αν τελικά στέλνουμε τα παιδιά μας ακόμα και με πυρετό, επειδή δεν έχουμε πού να τα αφήσουμε, θα καταλήξει να κλείσει ο παιδικός ή το σχολείο για τουλάχιστον μια εβδομάδα και τότε το πρόβλημα του «baby-sitting» θα γίνει εντονότερο για όλους. Όλα αυτά όμως δε δικαιολογούν με τίποτα τις υπερβολές. Δεν μπορεί με κάθε φτάρνισμα ή βήξιμο ενός παιδιού να ορμά στην αίθουσα ειδικό συνεργείο, να απομονώνουν το παιδάκι, να καλούν τους γονείς του να παραλάβουν το… «μίασμα» και να μην το επιστρέψουν εάν δεν έχουν πιστοποιητικό από το γιατρό του ότι δεν έχει τη γρίπη!
Έχω εξετάσει παιδιά σχολικής ηλικίας στο ιατρείο με συμπτώματα γρίπης και με έκπληξη τα βλέπω να βάζουν τα κλάματα τρομοκρατημένα και μόνο στο άκουσμα της λέξης «γρίπη». Ξέρω ότι στην επιστροφή τους στο σχολείο τα αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα, και όλοι γνωρίζουμε πόσο σκληρά μπορούν να γίνουν τα παιδιά! Παιδιά 5ης και 6ης δημοτικού, σε σχολείο που πήγα για ενημέρωση, ρωτούσαν πολύ σοβαρά αν θα πεθάνουν! Υπερβολές, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με ψυχούλες, δεν τιμούν τον πολιτισμό μας.

Mια τελευταία ιστορία, γιατί ξέφυγα πολύ από το κλίμα του blog. Από μήνες ήθελα να σας διηγηθώ την ιστορία με τον Ερμή και την αγαπημένη του Όλια, την κουμπάρα μας που ανέφερα και παραπάνω. Η Όλια έχει την κάκιστη συνήθεια του καπνίσματος. Επειδή το σπίτι μας είναι αυστηρώς «άκαπνο», αναγκάζεται να βγαίνει στην αυλή για να καπνίσει. Βλέποντάς την λοιπόν ο Ερμής πριν από σχεδόν ένα χρόνο (τότε ήταν κάτι λιγότερο από τριών χρονών) να ξαναμπαίνει στο σπίτι αφού ικανοποίησε την καπνιστική της ανάγκη, τη ρωτάει όλο απορία:
«Έφαγεθ το τιγάρο θου;» (μτφ. «έφαγες το τσιγάρο σου;»).
Η σοφία του παιδιού! Σου λέει, να το αναπνέει αποκλείεται. Τι το κάνει και εξαφανίζεται; Το τρώει!
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα.