Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Όταν τα παιδιά μας μιλούν σαν μωρά, ίσως να τους χρωστάμε μια συγνώμη



Τι περίεργο! Τα τζιτζίκια σταμάτησαν ξαφνικά το ξέφρενο τραγούδι τους! Θα μου πεις εδώ, πριν από λίγα μόνο λεπτά,  αυτό ακριβώς το τραγούδι, το τόσο πρόωρο, ήταν που ξεκίνησε τους συνειρμούς μου: «τόσο νωρίς το πρωί και τραγουδούν με τόση ένταση; μάλλον μας περιμένει ζεστή μέρα». Πραγματικά, το ρολόι δεν δείχνει παρά λίγα λεπτά μετά τις έξι τα ξημερώματα και ο ήλιος μόλις που αρχίζει να προβάλει και να μας χαμογελά.
 Ένας σκύλος κατηφορίζει μόνος του τον άδειο δρόμο στον απέναντι λόφο. Μου φαίνεται πως κάποιο όνειρο με σκύλο είδα το περασμένο βράδυ… καλό όνειρο; Κακό; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Το γκρίζο της νύχτας που μας αποχαιρετά, δίνει τη θέση του στο λυκαυγές με τις αποχρώσεις του κόκκινου να αρχίζουν να κυριαρχούν. Μια παρέα γλάρων σχεδόν ισορροπεί σταθερά πάνω στον αέρα, έναν αέρα που δυναμώνει και με κάνει σε ώσεις να ανατριχιάζω. Ίσως για αυτό τα τζιτζίκια να σίγησαν. Είχαν ζεσταθεί και κρύωσαν. Ίσως τελικά να μην είναι τόσο ζεστή η σημερινή μέρα.
Τα «προβατάκια» στην θάλασσα πυκνώνουν. Έχω την πολυτέλεια να μυρίζω και να ατενίζω την θάλασσα, χαζεύοντας τα κύματα που όσο νιώθω  την ανάσα του πρωινού αέρα να με τυλίγει,  τόσο φουντώνουν και αυτά. Γιατί σηκώθηκα τόσο νωρίς; Χόρτασα ύπνο! Ξεκουράστηκα και δεν υποτάχτηκα στο ρολόι όταν το διέκρινα να μου φωνάζει «έξι παρά κοιμήσου είναι νωρίς ακόμα»! Απολαμβάνω τα χρώματα και τα αρώματα που ντύνουν τους  ήχους της θάλασσας και του αέρα και που με κάνουν να αισθάνομαι τυχερός που ζω και υπάρχω.  Παλεύω να δω την θετική πλευρά μιας ζωής που την περικυκλώνει το μαύρο. Το μαύρο στις οθόνες, το μαύρο στο μέλλον, το μαύρο που δεν ρίξαμε σε όλους αυτούς τους σωτήρες που μας κατάντησαν σε αυτό που τώρα, τόσο βίαια, τάχα μου, πάνε να αλλάξουν.
Περιφέρομαι όσο πιο αθόρυβα μπορώ σε ένα σπίτι που ακόμα κινείται στους ρυθμούς της νύχτας. Ενδίδω  στο πειρασμό να ρίξω μια ματιά στα μικρά μου. Τα παιδάκια μου κοιμούνται και σχεδόν δακρύζω από αγαλλίαση. Αυτά!  Αυτά να προστατεύσουμε! Είναι κρίμα, τόση ομορφιά να τσαλακωθεί. Αγκαλιασμένα τα ξαδερφάκια, τόσο ήρεμα και τόσο ανέμελα, σαν το παιχνίδι τους που σε λίγο θα ξεκινήσει.  Πόσο μεγάλωσαν! Και πόσο θα μεγαλώσουν ακόμη…. Τα παιδιά μας μεγαλώνουν και εμείς …γερνάμε. Οι πληγές αργούν πια να επουλωθούν, τα μάτια θαμπώνουν να διαβάσουν από κοντά και οι αντοχές μας φθίνουν θαρρείς μέρα με την μέρα. Λες και υπάρχει μια «συμπαντική» ισορροπία σύμφωνα με την οποία τα μικρά μας ρουφούν την ενέργεια που εμείς σιγά-σιγά  χάνουμε.
«Είσαι ο πιο πιο πιο πιο καΰτελος μπαμπάς του κόσμου!» μου φώναζε προσποιητά  η Χαρούλα μου χτες βράδυ, όταν πήγα να τους φιλήσω καληνύχτα. Χαμογελούσε με τα λειψά της δοντάκια και με έσφιγγε από τον λαιμό. Έχουμε αλλάξει ήδη εφτά δόντια, όσα και τα χρόνια μας, και το χαμόγελό μας υπολείπεται αισθητά των δυνατοτήτων του. Τα σκαμπανεβάσματα στην οδοντοστοιχία  μας, προσδίδουν μια δική τους γοητεία στο προσωπάκι που μορφοποιείται. Το «καΰτελος» αντί του καλύτερος, ήρθε να ενισχύσει σε τρυφερότητα και αγάπη τα πολλά «πιο». Έχουν καταλάβει ότι όσο πιο μικρά τόσο πιο γλυκά, όμως κάθε ηλικία έχει τη δική της αξία. Συνδιαλέγομαι τόσο όμορφα με τα μικρά μου πλέον, που σχεδόν με τρομάζει η ωριμότητά τους. Για αυτό μου ακούγεται τόσο παράταιρο και ξένο αυτό το ψευτο-παιδικό στο λόγο της. Δεν αντιδρώ όμως, το δέχομαι και το απολαμβάνω γιατί ξέρω ότι πηγάζει από την αμόλυντη ψυχούλα της. Κάτι που όφειλα να γνωρίζω και τρία χρόνια πριν, όταν βλακωδώς και άδικα είχα στεναχωρήσει τον αδερφό της, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, επειδή μιλούσε μωρουδίστικα.
Ήταν περίπου τέτοιος καιρός, πριν από τρία  καλοκαίρια. Επιστρέφαμε οδικώς από εκδρομή στους  συγγενείς μας στην Μακεδονία, προκειμένου να μπούμε στο καράβι για την επιστροφή μας στη νέα μας πατρίδα, στον νότο. Μη σας γελά το «άκης» στο επίθετό μας. Η καταγωγή μου είναι από την Καβάλα. Μάλλον, όταν θα αποφάσιζα την απόδραση από την Αθήνα,  ξύπνησαν γονίδια από γενιές σε νάρκη και με κέρδισε τελικά για να ζήσω κοντά της, η Κρήτη. Λόγω της μεγάλης διαδρομής για την επιστροφή μας από τις διακοπές μας, μια από τις πρώτες με τα παιδιά στο αυτοκίνητο, είχαμε φροντίσει να ξεκινήσουμε νωρίς ώστε να χωρέσουμε χρονικά όποια παράκαμψη από το πρόγραμμα μας προκύψει. Όλα κύλησαν ανέλπιστα ομαλά. Τα παιδιά σε μεγάλο μέρος της διαδρομής κοιμόντουσαν, σε άλλο παίζαμε παιχνίδια με λέξεις που αρχίζουν από…, ή επιλέγαμε χρώμα αυτοκινήτων και αθροίζαμε όσα περνούσαν για να δούμε ποιανού το χρώμα έχει τα περισσότερα και άρα κερδίζει. Ομολογώ ότι μπόλικη ώρα μας κέρδισε και η τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων με θέμα την μυθολογία που είχαμε μαζί μας και βλέπανε στο dvd, ειδικά προς το τέλος της μικρής μας Οδύσσειας.
Με την προνοητικότητα μας λοιπόν, κατορθώσαμε να φτάσουμε στην Αθήνα, αρκετές ώρες πριν από τον απόπλου του καραβιού μας. Είχαμε λοιπόν αρκετό  χρόνο για  να πάμε στον παππού και την γιαγιά, να χαρούν λίγο και εκείνοι τα εγγόνια τους που «τόσο πολύ τους έχουνε λείψει». Ανεβαίνοντας τις σκάλες του πατρικού μου, ο Ερμής κατάφερε παρ’ όλες τις αυστηρές προτροπές μας τύπου «δεν τρέχουμε στις σκάλες!!» να προσπεράσει την αδερφή του και να χτυπήσει πρώτος το κουδούνι.  Στο άκουσμα της φωνής της γιαγιάς του που ρωτούσε ποιος είναι, απάντησε με μια τόσο ερασιτεχνικά προσποιητή μωρουδίστικη αργκό «εγκώ ο Ελμής!» που μας ξένισε τα μάλα!
Η θεατρική παράσταση του Ερμή ως «Ελμής», ενός νηπίου δηλαδή κάτι πάνω από δύο χρονών, ενώ εκείνος είχε διπλασιάσει το ηλικιακό του  σκορ εδώ και αρκετούς μήνες, συνεχίστηκε καθ’ όλη την παραμονή μας στους γονείς μου. Οι σοφοί παππούδες, όχι μόνο δεν έδειξαν να ενοχλούνται αλλά μάλλον το διασκέδαζαν. Εμείς όμως, οι «ριμαδογονείς», οι μόνιμα επιφορτισμένοι με το άγχος της σωστής ανατροφής,  φουντώναμε!
-          Απεχθάνομαι τα παιδιά που μπεμπεκίζουν. Μου λέει η καλή μου καθώς γύριζε προς το γιό μας για να τον επιπλήξει που μιλά μωρουδίστικα.
Ο μικρός έμοιαζε για λίγο να υπακούει στις χλιαρές παραινέσεις μας για να σοβαρευτεί, και μετά ξανάρχιζε το δικό του το χαβά. Κάπως έτσι πέρασε η ώρα με τα νέα μας διανθισμένα από ένα απροσδόκητο μωράκι με μυαλό νηπίου να περιγράφει τις θερινές μας περιπέτειες με αξάν γεμάτη «λου» και «θου».
Αποχαιρετίσαμε το παππού και την γιαγιά με τον Ερμή, δεδομένο πλέον, να έχει κολλήσει ή μάλλον να έχει παλινδρομήσει λεκτικά. Σιγούσε ή υπάκουε για λίγο στις προτροπές μας και μετά και πάλι επιδεικτικά το «λ» έπαιρνε την θέση του «ρ». Όπου κανονικά ακούγεται «λ» ή και άλλα σύμφωνα, εσκεμμένα δεν ακουγόταν τίποτα. Έτσι ακούγαμε «καηνύχτα»   αντί για «καληνύχτα» και άλλα τέτοια φαιδρά και ενοχλητικά. Ειδικά η μαμά μας ήταν να σκάσει.
Η αλήθεια είναι ότι και εγώ, όσο χαίρομαι και απολαμβάνω τα μικρά με τις ιδιαιτερότητές τους, τόσο με ξενίζουν και με ενοχλούν τα «παράωρα» στη συμπεριφορά. Και τα δύο άκρα με φρικάρουν. Τα μικρομέγαλα από την μία, κάτι κακορίζικα παιδάκια που οι  γονείς τους θεωρούν όμορφο  να τα ντύνουν, να τα μακιγιάρουν, να τα  χτενίζουν και να τα  στολίζουν σαν μινιατούρες ενηλίκων. Αγριεύομαι  στην θέα κάτι απίστευτων αμερικάνικων σώου που ντύνουν νήπια και τα βάζουν σε διαγωνισμούς ομορφιάς, μιας στρεβλής, παραμορφωμένης ομορφιάς, συρρικνωμένης σε μερικά εκατοστά μπόι. Αλλάζω κανάλι σε δευτερόλεπτα για να αποφύγω τη θέα της εκκολαπτόμενης Λολίτας, με τα φουντωτά μαλλιά κομμωτηρίου, το μακιγιάζ γκέισας, την τουαλέτα ηθοποιού προτεινόμενης για Όσκαρ  και τα τακούνια πρωταγωνίστριας σε κρητικό γάμο. Στα δευτερόλεπτα που μεσολαβούν  μέχρι να αλλάξω κανάλι αναλογίζομαι την ασχήμια που κληροδοτούν στο μέσα αυτών των παιδιών.

Εξίσου όμως αποκρουστική είναι η όψη του άλλου άκρου του φάσματος, εκεί όπου παιδιά που βρίσκονται στα πρόθυρα του δημοτικού, κυκλοφορούν με μια πιπίλα στο στόμα και ακούγονται ανάμεσα σε σάλια που τρέχουν να αρθρώνουν έναν ακατάληπτο λόγο. Το απαίδευτο αυτί σου χρειάζεται συνήθως την βοήθεια των γονιών τους, που λειτουργούν ως μεταφραστές, για να καταλάβει τι θέλει να πει ο μικρός καλλιτέχνης που αρνείται πεισματικά να συμβαδίσει με την ωριμότητα που του υπαγορεύει η ηλικία του. Είναι όμως ο μικρός πρωταγωνιστής του παραλόγου υπεύθυνος, ή μήπως οι φανατικοί οπαδοί του, οι fun του, που ακούν στο όνομα «γονείς» και που δεν θέλουν να αφήσουν το «μωρό τους» να μεγαλώσει;  Σε καμία από τις δύο κατηγορίες δεν ανήκουμε εγώ με την καλή μου και ξαφνικά  βρεθήκαμε εγκλωβισμένοι σε μια πραγματικότητα τόσο ξένη στην ιδιοσυγκρασία μας. Όσο δε, προσπαθούσαμε να ξεφύγουμε τόσο περισσότερο βυθιζόμασταν στην κινούμενη άμμο του  «ξενινιάσματος» του Ερμή.         
Την πρώτη μέρα που περάσαμε στο σπίτι μας, μετά από δεκαήμερες διακοπές, οι ρυθμοί σταδιακά επανέρχονταν στο φυσιολογικό. Τα παιδιά επέστρεψαν στην καθημερινότητά τους και ο Ερμής όταν ξεχνιόταν μιλούσε κανονικά, όταν όμως το θυμόταν, άρχιζε τα δικά του.  Εμείς του υπενθυμίζαμε σε διάφορους τόνους ότι δεν πρέπει να μιλάει σαν μωρό και εκείνος κάποιες φορές έμοιαζε να μας ακούει και σιωπούσε, κάποιες να υπακούει και μιλούσε κανονικά και κάποιες, λες και μας αγνοούσε επιδεικτικά, συνέχιζε ακάθεκτος τη μωρουδιακή του διάλεκτο. Την δεύτερη μέρα, ή μάλλον πιο σωστά την δεύτερη νύχτα, βρεθήκαμε σε έναν πρόγαμο, μια μάζωξη μετά λουκούλλειου δείπνου με αφορμή επικείμενο γάμο. Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω ποια είναι η ιδιαίτερη σημασία του συγκεκριμένου εθίμου. Πιθανολογώ, άλλη μια ευκαιρία για να επιδοθούμε στο αγαπημένο μας εθνικό σπορ, το …φαγητό.  Στο πρόγαμο λοιπόν, ο Ερμής κάποια στιγμή, ξέρετε μια από αυτές τις στιγμές που κοκορευόμαστε εμείς οι γονείς «από εδώ  η Χαρά και αυτός είναι ο Ερμής» αποφάσισε να αρχίσει τα δικά του. Για να μην τον προσβάλουμε, αλλά και από δική μας συστολή προς τον ξένο κόσμο, ανεχόμασταν το φέρσιμο στέλνοντάς του «δολοφονικά» βλέμματα και ψιθυρίζοντας στο αυτί του όταν δεν μας έπαιρναν χαμπάρι οι υπόλοιποι καλεσμένοι, κάτι αυστηρό και εμπνευσμένο του τύπου «σταμάτα να μιλάς σαν μωρό!».
Η βραδιά πέρασε χωρίς ιδιαίτερες εντάσεις παρόλη τη διαρκώς αυξανόμενη προκλητική συμπεριφορά από τη πλευρά του Ερμή. Προκλητική την θεωρούσαμε εμείς, γιατί όπως θα καταλάβαινα λίγες ώρες αργότερα, ούτε προκλητική ούτε καν προκλητή από τον Ερμούκο μου δεν ήταν.
Το επόμενο πρωί, όπως τη πλειοψηφία των πρωινών στο σπίτι μας, η μαμά μας έφυγε νωρίς για δουλειά και εγώ ετοίμαζα πρωινό για τα παιδιά στην κουζίνα. Το μικρό μου κοκοράκι έτρεξε και χώθηκε στα πόδια μου. Έσκυψα τον αγκάλιασα και αφού του έριξα δύο φιλούμπες τον ρώτησα αν θέλει το γάλα του για να ακούσω:
-          Ναι, ναι σέλω το λάλα μου και τοθτάκι…
Σβήνω το χαμόγελο από το πρόσωπό μου και φορώ το σοβαρό μου προσωπείο . Σκύβω και δηλώνω στο όμορφο αντράκι που με κοιτούσε μέσα στα μάτια:
-          Αγορίνα μου, η μαμά και ο μπαμπάς αγαπάνε και θέλουν τον Ερμούλη τους. Το έξυπνο αγοράκι που μας μιλούσε και χαιρόμασταν να το ακούμε. Αν θέλαμε ένα μωράκι θα σας κάναμε ένα μωρούλι…
Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη φράση μου και τα ματάκια του μικρού μου  κατακλύστηκαν από δάκρυα, το στοματάκι του άνοιξε διάπλατα και ένα βραχνό παράπονο γέμισε την κουζίνα. Ένιωσα λες και έφαγα ένα παγωμένο μπουγέλο, και ξύπνησα!  Οι συνειρμοί έτρεξαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πρώτη σκέψη: «τι ηλίθιος είμαι!!». Σκύβοντας για να έρθουν τα πρόσωπα μας  πλάι το ένα στο άλλο τον έπνιξα σε αλμυρά φιλιά, λέγοντάς του:
-          Σσσς! Εντάξει αντράκι μου συγνώμη. Εγώ φταίω! Συγνώμη… μίλα όπως θέλεις. Σε αγαπάμε… σε λατρεύουμε αντράκι, όσο τίποτε στο κόσμο. Συγνώμη φίλε, συγνώμη…
-          Και εγώ σ’ αγαπώ! Μου λέει προσπαθώντας να βάλει φρένο στους λυγμούς που αναδύονταν σε κύματα
Για να τον πειράξω και να του αποσπάσω την προσοχή, ώστε να τον βοηθήσω να ηρεμήσει τον πειράζω με μια προσωπική μας στιχομυθία:
-          Σε αγαπώ ως εκεί που με αγαπάς και άλλο τόσο!
-          ΕΕΕ!! Μου διαμαρτύρεται. ΕΓΩ σε αγαπώ ως εκεί που με αγαπάς και άλλο τόσο…
-          Αυτό δεν γίνεται φιλαράκι… εγώ ξεκίνησα να σε αγαπώ πρώτος!!!
-          Εγώ σε αγαπώ, ως εκεί που με αγαπάς και άλλο τόσο…
Τον έχουμε κάνει τόσες φορές αυτόν το διάλογο… Η ένταση μπορεί να αγγίξει τα όρια του καυγά, ενός τρυφερού καυγά, σε μια κόντρα αγάπης. Μια κόντρα που οφείλω να ομολογήσω, ο γιός μου ξεκίνησε, όταν εκείνος πρώτη φορά είχε την έμπνευση να μου δηλώσει ότι με αγαπά ως εκεί που τον αγαπώ εγώ και άλλο τόσο…
Τον σήκωσα στην αγκαλιά μου και τον φίλησα και τον ξαναφίλησα, στα μάγουλα και στο λαιμό ώσπου άρχισε να γελά γιατί τον γαργαλούσα. Ρουφούσα αχόρταγα την μυρωδιά του, το γέλιο του και την αθωότητά του. Του έβαλα να φάει το γάλα και το τοστ του ή μάλλον πιο σωστά το «λάλα» και το «τοθτ» του.
Ενώ τον θαύμαζα να τρώει και να πίνει, ήρεμος και χαρούμενος πλέον και πάλι, αναλογίστηκα το μέγεθος της ανοησίας μου . Το αγοράκι μου,  δεν έκανε συνειδητά και από πρόθεση το μωρό. Του προέκυψε τυχαία.  Έτσι του ‘ρθε και μίλησε για λίγο σαν μωρό. Ίσως να προσδοκούσε για μια ακόμα μεγαλύτερη αγκαλιά από τον παππού και την γιαγιά. Εμείς οι «μεγάλοι», δηλαδή η μάνα του και εγώ, σπεύσαμε να τον νουθετήσουμε. Να του βάλουμε τα όρια και να τον πλάσουμε όπως εμείς θέλουμε. Θα μου πείτε, αυτός δεν είναι ο ρόλος μας; Δεν πλάθουμε σιγά-σιγά βάζοντας όρια το χαρακτήρα του παιδιού, δείχνοντας το καλό και το κακό; Το ασφαλές και το επικίνδυνο;  Δεν του μαθαίνουμε την ευγένεια, την ανιδιοτέλεια, τη συντροφικότητα, τη καλοσύνη… Όλα καλά και άγια όμως στο συγκεκριμένο είχαμε λάθος. Άλλο να μαθαίνεις στο παιδί να μοιράζεται τα παιχνίδια του, να λέει ευχαριστώ όταν του προσφέρουν κάτι, να μη βάζει το χέρι του στη μπρίζα και άλλο να το μαλώνεις για κάτι που δεν κάνει επίτηδες και που στο κάτω-κάτω δεν είναι δα και έγκλημα. Όμως το σημαντικότερο, ακόμα και για την αντιμετώπιση του φαινομένου, είναι η κατανόησή του. Στην συγκεκριμένη λοιπόν φάση πόνταρα όλα τα λεφτά μου στο ότι ο μικρός μου ΔΕΝ μιλούσε μωρουδίστικα επίτηδες…
Αλλαγή πλεύσης λοιπόν! Μόλις βρεθήκαμε το μεσημέρι με την καλή μου της περιγράφω το σκηνικό και της αναλύω τη σκέψη μου.
-          Όπως με το «τικ» με τα μάτια του. Τον αγνοούμε πλήρως, ότι στοίχημα ότι θα το σταματήσει μόνος του!
-          Τέρμα δηλαδή τα «μη μιλάς μωρουδίστικα!» ή έστω «αυτό δε είναι ωραίο»;
-          Ναι, ναι! Πιστεύω ότι είναι σαν να ρίχνουμε λάδι στην φωτιά, κάτι που το έκανε έτσι, αυθόρμητα, για πλάκα ή ακόμα-ακόμα και για να κάνει τον γλυκούλη, σχολιάζοντάς το, τον σπρώχνουμε στο να το επαναλαμβάνει! Κάποιες φορές ίσως και άθελά του πλέον…
Έτσι έγινε. Τον αγνοήσαμε πλήρως για τις επόμενες μέρες και εκείνος πολύ σύντομα ξέχασε τελείως πως μιλούσε σαν μωρό.
Ευτυχώς, η παρεξήγηση έληξε σχετικά γρήγορα. Η ταλαιπωρία του Ερμή κράτησε μόνο τρεις μέρες. Μάθαμε όμως από αυτή ότι πρέπει να έχουμε διαρκώς τον νου μας και να αναθεωρούμε τις πρακτικές που δεν έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Μπορεί να είναι λάθος και τότε οφείλουμε εμείς να ζητήσουμε συγνώμη από τα παιδιά μας.

Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!