Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Μια καλοκαιρινή ιστορία με αισιοδοξία, μια διαφορετική ματιά στην καθημερινότητα!



Οδηγώ προς τα νότια παράλια του Νομού.
Είναι μεσημέρι Πέμπτης και αφήνουμε πίσω μας το ζεστό Ρεθυμνάκι, με κατεύθυνση προς τον Άγιο Παύλο. 
Η έμπνευση ήταν της καλής μου: «Δε δουλεύω αυτό το Σαββατοκύριακο, μήπως να έκλεινες το ιατρείο την Παρασκευή και να πηγαίναμε κάπου για τριημεράκι;».
Άλλο που δεν ήθελα! Έχουμε τη δυνατότητα, αν όχι σε λίγες ώρες, πάντως σίγουρα σε λίγες μέρες, να σκαρώσουμε εκδρομή που για άλλους αποτελεί ολόκληρο ταξίδι, με προηγούμενη οργάνωση μηνών… Τηλεφώνησα και έκλεισα δωμάτιο για ένα ζευγάρι και δύο παιδιά. Άλλαξα μερικά ραντεβού, για να ελευθερώσω την Παρασκευή και  έκανα κανονικά το πρωινό ιατρείο της Πέμπτης. Η σημερινή  είναι μια από τις δύο μέρες την εβδομάδα που δεν εξετάζω στο ιατρείο  και το απόγευμα. Έτσι, να ‘μαστε οικογενειακώς  καθοδόν για το, ελαφρώς ξεχειλωμένο Σ/Κ, το Σαββατοκύριακο δηλαδή, στην αργκό του στρατού.
Τα παιδιά πολύ σύντομα, μετά από ένα χλιαρό καυγά μεταξύ τους  για το πώς θα βολευτούν δεμένα με τις ζώνες τους στο πίσω κάθισμα , κοιμήθηκαν. Η διαπραγμάτευση εδώ και χρόνια, δεν αφορά πλέον τις ζώνες ασφαλείας, αλλά την εδαφική επικράτηση όπως ξαπλώνουν στο πίσω κάθισμα. Οι ζώνες ασφαλείας είναι δεδομένες από τη στιγμή που θα μπούνε στο αυτοκίνητο, κατάκτηση της εκπαίδευσής τους από τα μικράτα τους. Δεν φοράς ζώνη; Δεν μπαίνεις στο αυτοκίνητο, και δεν πάμε βόλτα.
 Θυμάμαι, πριν από περίπου ένα χρόνο, όταν τα δίδυμα ήταν έξι χρονών, φεύγοντας από μια θεατρική παράσταση ο Ερμής έδωσε στεγνά την αδερφή του: «Η Χαρούλα δε φοράει ζώνη!!». Τα αλάρμ άναψαν και το αυτοκίνητο σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. Γυρίζω πίσω και κοιτάζω τα παιδιά πολύ σοβαρά, γιατί η αλήθεια ήταν ότι είχαμε ήδη διανύσει αρκετή απόσταση από το θέατρο, με την Χαρούλα «λυτή» στο πίσω κάθισμα: «Δεν έχουμε πει ότι όποτε είμαστε στο αυτοκίνητο, πάντοτε φοράμε ζώνη ασφαλείας; Έχετε δει ποτέ τη μαμά σας ή εμένα χωρίς ζώνη;». «Μααα! Την ξέχασα…» γουργούρισε η μικρή μου. Είχαμε περάσει πολύ όμορφα στην παράσταση του «Θεατρικού Περίπλου» της ομάδας που αναλαμβάνει τη θεατρική μας ψυχαγωγία εδώ και περισσότερο από δεκαετία στο Ρέθυμνο, και δεν ήθελα να χαλάσω τη βραδιά με αναίτιο καυγά. Ο.Κ. η αφορμή για μάθημα ήταν εκεί, όμως στην πραγματικότητα πίστευα τη Χαρούλα μου, ότι δηλαδή είχε απλώς  ξεχάσει να φορέσει τη ζώνη της. Γύρισα μπροστά και κοιτώντας την από το καθρέφτη, καθώς τσέκαρα και το δρόμο για να ξεκινήσω και να συνεχίσουμε την πορεία μας, της λέω: «Αγάπη μου, ξέρεις ότι είναι σημαντικό, και για αυτό επιμένω… Φοβάμαι  για εσάς. Δε το κάνω για να σας ταλαιπωρώ... Μην τρομάξετε τώρα. Θα σας δείξω γιατί είναι σημαντικό να φοράμε ζώνη». Είχα ήδη αναπτύξει μικρή ταχύτητα και διπλοελέγχοντας ότι ήμουν μόνος μου στο δρόμο, κοκάλωσα τα φρένα, στο βαθμό που δεν κινδυνεύαμε ακόμα και χωρίς ζώνη. Η δύναμη της ορμής έσπρωξε πάντως τα μικρά μου που σχεδόν διπλώθηκαν προς το μπροστινό κάθισμα.

«Είδες ζουζού μου γιατί είναι απαραίτητη η ζώνη; Αν ήσουν χωρίς τη ζώνη δεμένη και εγώ φρέναρα με μεγαλύτερη ταχύτητα ή ακόμα χειρότερα, τρακάραμε με κάποιο άλλο αυτοκίνητο…»
«Εντάξει βρε μπαμπά! Αφού σου λέω ότι τη ξέχασα…»
«Ο.Κ., Ο.Κ. έληξε το θέμα. Όμως είδατε με πόση δύναμη πεταχτήκατε προς τα εμπρός και εγώ δεν έτρεχα και σας είχα προειδοποιήσει κιόλας… Σας θύμισε κάτι;» σπάω λίγο την αυστηρότητα, γιατί η συζήτηση δεν ήθελα να εξελιχθεί σε αντιπαράθεση.
«Ναι, εμένα μου θύμισε το τρενάκι στο Λούνα-Παρκ!» και συνεχίσαμε προς το σπίτι, σχολιάζοντας την παράσταση που μόλις είχαμε απολαύσει.

Στην διαδρομή προς τον Άγιο Παύλο, η καλή μου, φροντίζει τη μουσική υπόκρουση. Ο Τζον Λέννον Imagine”. Διαχρονική μουσική, από μια προσωπικότητα που άφησε βαθύ το αποτύπωμά της στην λεωφόρο της ανθρωπότητας.
χαϊδεύει τα αυτιά μας, με τη μελωδία του “
-Άραγε τα παιδιά μας θα ακούνε Lennon?
-Δε ξέρω αν θα ακούνε, ελπίζω πως ναι, όμως πρέπει να τα βοηθήσουμε να μην τον ξεχάσουν…
-Τι εννοείς;
-Τη περασμένη βδομάδα πήγαμε βόλτα με τα ποδήλατα κάτω στον παραλιακό, που αυτές τις μέρες είναι κλειστός για τα αυτοκίνητα. Κάποια στιγμή βλέπω την Χαρά να σταματά μπροστά από την παλέτα ενός καλλιτέχνη του δρόμου, ξέρεις αυτούς που φτιάχνουν καρικατούρες με τα πρόσωπα των περαστικών και που προκειμένου να  διαφημίσουν το ταλέντο τους, επιδεικνύουν τις δυνατότητές τους αλλοιώνοντας τις μορφές  γνωστών ηθοποιών και τραγουδιστών, κρατώντας όμως κάποια χαρακτηριστικά που σε παραπέμπουν στην αυθεντική μορφή. Ακούω λοιπόν την ζαργάνα μου να φωνάζει στον έτερο ποδηλάτη: «Ερμή, Ερμή!! Έλα να δεις! Ο Χάρυ Πόττερ…». Πριν προλάβω  να εντοπίσω το γνωστό πρωταγωνιστή των βιβλίων, ταινιών και εφιαλτών του Ερμή, ακούω τον τελευταίο να διορθώνει την αδερφή του: «Δεν είναι ο Χάρι Πόττερ! Είναι αυτός ο άλλος που μας είχαν δείξει η μαμά και ο μπαμπάς στην τηλεόραση! Αυτός που τραγουδούσε για την ειρήνη…», «Α! ναι…» απάντησε η Χαρούλα με μια εσάνς αδιαφορίας αν όχι απογοήτευσης.
Ανακαλώ στη μνήμη μου την εικόνα, με τη «γλυκιά συμμορία» των ποδηλατιστών να στέκονται   Έχει τόση ομορφιά και γοητεία και η παρούσα φάση. Ότι μπορώ να σκεφτώ, από τα ουσιώδη, αυτά που δίνουν την πραγματική υπόσταση στην ευτυχία, τα έχω και τα απολαμβάνω. Μπορεί η φθορά του χρόνου να είναι πλέον έκδηλη στις δυνάμεις και τις δυνατότητες, σέρνει όμως μαζί της μια σοφία, που σε καθιστά ικανό να κατανοήσεις και να εκτιμήσεις πράγματα που παλιότερα τα προσπερνούσες είτε ως δεδομένα, είτε χωρίς να τους δίνεις την πρέπουσα σημασία. Να ας πούμε, αυτή η μυρωδιά του καλοκαιριού που κατακλύζει το αυτοκίνητο από το ανοιχτό παράθυρο. Το στεγνό χώμα, το μπερδεμένο με την ελιά και λίγο από σκίνο, με ταξιδεύει πίσω στην Καβάλα, στις ατέλειωτες σκάλες που σκαρφαλώναμε για να βρεθούμε από τη θάλασσα στο εξοχικό της θείας Ρούλας, στο Παλιό. Ώρες και ώρες παιχνιδιού, πλαισιωμένου από την αρμύρα της θάλασσας και αρώματα που δεκαετίες μετά, αναδύονται για να μου θυμίσουν πως είναι να είσαι παιδί και πόσο τυχερός που μπορείς και αισθάνεσαι τέτοιες στιγμές.

στηριγμένοι στο ένα πόδι και να χαζεύουν την καρικατούρα που όντως δεν ήταν ο Χάρι Πόττερ

αλλά ο John Lennon. Ένας βαθύς αναστεναγμός μου ξεφεύγει καθώς αναλογίζομαι την αλλαγή ρόλων. Πότε εγώ ήμουν καβάλα στα μικρά ποδήλατα μαζί με τον αδερφό μου και τώρα εγώ βρίσκομαι καβάλα σε μεγάλο ποδήλατο, να είμαι ο «μεγάλος», ο ενήλικας ή μάλλον πιο σωστά ο «μεσήλικας», αυτός που διδάσκει, νουθετεί και φροντίζει… Ευτυχώς, ο αναστεναγμός δε ξέφυγε μόνο από εμένα αλλά και από την προσοχή της καλής μου, μια που δεν ήταν εκδήλωση πικρίας ή στεναχώριας.
Η ώρα πλησίαζε τέσσερις το απόγευμα. Ευτυχώς η πιτσιρικαρία μας, ξύπνησε αφού περάσαμε το φιδωτό κομμάτι του δρόμου, που σίγουρα θα δημιουργούσε εσωτερική αναταραχή στον Ερμή. Ήδη βλέπαμε μπροστά μας το Λιβυκό και δεν αργήσαμε πολύ να βρεθούμε στο μικρό δωμάτιο που θα μας φιλοξενούσε για τις επόμενες μέρες.
Τι γλυκός ύπνος! Εγώ, κουρασμένος από την πρωινή μου εργασία και τον δρόμο, «ίσιωσα το κορμάκι μου» κατά την προσφιλή έκφραση αγαπημένης μου φίλης. Λίγα μέτρα από εμένα, καθόταν η γυναίκα πέρασαν γρήγορα. Με ξύπνησε η φωνούλα της Χαράς μου: «δηλαδή σηκώθηκε έτσι, και έγραψε με τη πέτρα στον τοίχο …». Η ανάγκη της να αναπαριστά κάθε διήγηση, έχει δώσει αφορμή για πολλά πειράγματα από πλευράς της  καλής μου. Την βλέπω πίσω από τη μικρή πλατούλα να σηκώνει τα βλέφαρά της, δείχνοντάς μου την κόρη μας, σαν να μου λέει «κοίτα τη, κοίτα τη πως θέλει να το ζει!».
μου με τα παιδιά μου. Από την ανοιχτή πόρτα άκουγα σαν νανούρισμα, τις περιπέτειες της Νικόλ, της Λίνας, του Άγγελου, του Αλέξη και του Κλου καθώς ψάχνανε να βρουν το «Θησαυρό της Βαγίας». Τα μικρά μου ήταν απορροφημένα από την ανάγνωση του βιβλίου της Ζώρζ Σαρή, από τα χείλη της μαμάς τους, ενώ εγώ επέτρεψα στον εαυτό μου την πολυτέλεια ολιγόλεπτης σιέστας. Οι στιγμές ονείρου και χαλάρωσης
-Πάμε για μπάνιο; τους ρωτώ καθώς σηκώνομαι από την υγρασία του μαξιλαριού.
-Ναι, πετάχτηκαν και οι τρείς. Ο καθένας για διαφορετικό λόγο είμαι σίγουρος. Ο μικρός μου για να εξερευνήσει το βυθό με τα γυαλάκια του, η κουκλίτσα μου για να κολυμπήσει σχεδόν κολλημένη επάνω μας και η καλή μου για να ξεκουράσει τις φωνητικές της χορδές και να δροσιστεί στα νερά που βρέχουν τους αμμόλουφους.
 Φυσούσε ένα ελαφρύ μελτέμι, δροσίζοντάς μας και ταυτόχρονα συντηρώντας τις ανησυχίες μας για τον καιρό. Τα παιδιά του Αίολου, το φετινό καλοκαίρι το πέρασαν εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα. Μια η δύναμη των γιών του και μια το χάιδι από τις κόρες του, δεν επέτρεψαν τη ζέστη να ταλαιπωρήσει το δοκιμαζόμενο τόπο μας. Όμως, επειδή δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα, μπορεί καύσωνα να μην είδαμε, είδαμε όμως πολλές καρέκλες, ομπρέλες και γιαγιάδες να κουτρουβαλίζονται στην θάλασσα, παρά τη θέλησή τους. Ειδικά όταν φυσάει νότια, κυριολεκτικά σηκώνει πέτρες και αισθάνεσαι στο πετσί σου τις ριπές άμμου, λες και κάνεις απολέπιση με αμμοβολή. Τούτο όμως το αεράκι ήταν ευλογία. Μας συντρόφευε καθώς κατηφορίζαμε τους αμμόλοφους. Το κύμα ερχόταν και έγλυφε την παραλία, αγκαλιάζοντάς μας απαλά και τραβώντας μας στην αγκαλιά της θάλασσας. Ο Ερμής, κολυμπούσε χωμένος με τα μούτρα στο νερό, με το λάστιχο από τα γυαλάκια του να πλαισιώνουν το «μπαφ», τη φετινή μας πατέντα για προστασία από τον ήλιο.
Μέχρι πρόσφατα είχαμε Ομηρικούς καυγάδες για να τον πείσω να φορά το καπέλο του όσο βρίσκεται στη θάλασσα.
-Μα βρε μπαμπά θα κάνω βουτιές και με ενοχλεί. Δε θα έχω το κεφάλι μου έξω…
-Έλα, άστα αυτά, να σου δείξω πώς να το βάλεις που να μη σε ενοχλεί. Όσο είσαι κάτω από τον ήλιο πρέπει να φοράς καπέλο..
Και τον ταλαιπωρούσα, βάζοντάς του το καπέλο ανάποδα με το γείσο προς τα πίσω, να καλύπτει το σβέρκο του, και τα γυαλιά θαλάσσης δεμένα από επάνω. Ένας υποβρύχιος «ράπερ» εξ ανάγκης, μια που δεν ήθελα να είναι με το κοντοκουρεμένο κεφαλάκι του εκτεθειμένο με τις ώρες να το καίει ο ήλιος. Όμως όντως, οι συνεχόμενες καταδύσεις συχνά  αποσκέπαζαν τον μικρό μου. Το καπέλο επέμενε να μένει στην επιφάνεια, παρόλη τη προσπάθεια του  λάστιχου από τα γυαλάκια να το συγκρατήσουν στη θέση του, με αποτέλεσμα συχνά να αναδύεται ένας Ερμής σαν έμπνευση του Πικάσο.  Η λύση λοιπόν ήρθε με τη μορφή «μπαφ», ενός υφασμάτινου κυλίνδρου που καλύπτει το κεφαλάκι του Ερμή, το δικό μου, τα μαλλιά της Χαρούλας αλλά και της μαμάς τους. Για όσους δεν γνωρίζουν, θυμίζει σε σχέδια και σχήμα τη μπαντάνα. Η μαμά μας το φορά κυρίως για να συγκρατεί τα μαλλιά της προς τα πίσω. Η Χαρούλα, αγκαλιάζοντας όλα της τα μαλλιά σαν ένα πολύχρωμο κουκούλι, από του οποίου την άκρη  προβάλει ένας ξανθωπός καταρράκτης, μοιάζει με Αιγυπτιακή Θεά. Εγώ με τον Ερμή καλύπτουμε πλήρως τα κεφάλια μας και περνώντας το άκρο που περισσεύει μέσα από τη τρύπα του κυλίνδρου, προσομοιάζουμε στο αισθητικό αποτέλεσμα τη μπαντάνα, που    Όπως και να έχει,  με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, όλη η οικογένεια φορά και από ένα. Η οικογένεια με τους «μπάφους» δηλαδή, μια έκφραση που την εκμυστηρεύομαι μόνο σε εσάς, και την αστειεύομαι ψιθυριστά στη παρέα μας, γιατί μπορεί εύκολα να μας οδηγήσει σε μπελάδες, αν τη συλλάβουν τα λάθος αυτιά.    
ειδικά στο γιό μου, παραπέμπει σε λιλιπούτιο πειρατή.
 Η μαμά με τη Χαρούλα σκαρφαλώνουν τους αμμόλοφους και δοκιμάζουν να κάνουν βαρελάκια, ενώ εγώ με τον Ερμή πάμε «εξερεύνηση» από την άλλη μεριά της σχεδόν έρημης παραλίας. Βρήκαμε ξύλα με εντυπωσιακά σχήματα, όλα δημιουργήματα της φύσης και της φαντασίας μας. Η θάλασσα αφού τα λύανε και τα γυάλισε τα ξέβρασε στα πόδια των αμμόλοφων.
-Κοίτα αυτό πως μοιάζει με πιστόλα, μου φωνάζει με ενθουσιασμό ο Ερμής καθώς κράδαινε ένα ξύλινο περίστροφο από αυτό που είχαν οι κουρσάροι στα πειρατικά έργα. Σύντομα πλαισιώθηκε από σπάθα και ένα τουφέκι, και ο πειρατής μου ήταν πάνοπλος.
-Κοίτα αυτό πως μοιάζει με κόκκαλο από κατσίκι! Του φωνάζω με τη σειρά μου…
Η  κίνηση μου σταμάτησε απότομα,  με το χέρι μου να αιωρείται μερικά εκατοστά απόσταση από το κόκκαλο, μια που επρόκειτο για πραγματικό κόκκαλο. Ζήτησα από τον Ερμή να μείνει ακίνητος και σαν αυθεντικός λάτρης του CSI, οριοθέτησα το πτώμα, δείχνοντας στο μικρό μου πως διαγράφεται ο επίγειος τάφος που φιλοξενούσε εδώ και αρκετές βδομάδες φαντάζομαι, το άτυχο ζωντανό. Χαζεύαμε εντυπωσιασμένοι  πόσο  είχε ενσωματωθεί το μουμιοποιημένο κουφάρι, με το  δεν προσπαθούσες να το διακρίνεις μέσα από την άμμο, τα ξύλα και τα υπόλοιπα λάφυρα της ακροθαλασσιάς.   
περιβάλλοντα χώρο. Σχεδόν δεν το ξεχώριζες, αν υποψιασμένος
Εννοείται,  ότι επισπεύσαμε την επιστροφή μας στα κορίτσια για να τους διηγηθούμε με πόρωση την ανακάλυψη μας. Ο μικρός μου πειρατής, αρματωμένος κατάλληλα πλέον, εξιστορούσε και περιέγραφε, πως βρήκαμε το κακόμοιρο το κατσικάκι, που μάλλον είχε κτυπήσει και πέθανε στην παραλία, η οποία το φρόντισε και το έκανε σαν μούμια…
Ο ήλιος άγγιζε σχεδόν τον ορίζοντα και πήγαινε να κρυφτεί πίσω από τα βράχια της Τριόπετρας.   Ήλιο. Υψώνονταν προς τον ουρανό και εφορμούσαν και πάλι προς τη θάλασσα, αφήνοντας μικρές φωνούλες, σαν παιδιά που παίζουν ανέμελα. Τα λιγοστά σύννεφα ντύθηκαν με υπέροχα χρώματα και γαργάλισαν τη φαντασία μας, με τα μικρά μου να ανταγωνίζονται σε έμπνευση:
Ήπιες ριπές αέρα, ανατρίχιαζαν την επιφάνεια της θάλασσας. Καθόμασταν και οι τέσσερις με ευλάβεια πάνω στην άμμο και απολαμβάναμε τη τελετουργία του ηλιοβασιλέματος. Στο βάθος ακουγόταν το τιτίβισμα από μικρά πουλάκια που σε σχηματισμό αποχαιρετούσαν το βασιλιά
-Αυτό εκεί δε μοιάζει με δράκο!
-ΝΑΙ! ΝΑΙ! Και αυτό εκεί με πειρατικό καράβι!
-Αυτό με κατσικάκι που χοροπηδά στον ουρανό…
Και όλο αυτό που ζούμε, με τον ορισμό της ευτυχίας. 
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα.